балаганить


балаганить
-ню, -нишь, ρ.δ.
(απλ.) κουτοφέρνω, κάνω τον κουτό•

не балагань, говори в чем дело μη κάνεις τον κουτό, μίλα περί τίνος πρόκειται.

|| κάνω τον παλιάτσο.

Большой русско-греческий словарь. . 1987.